|
Η υφαντική τέχνη έχει τις ρίζες της στα βάθη των αιώνων. Ήταν γνωστή σε ολόκληρη την Κύπρο. Όλα τα φορέματα υφαίνονταν στην βούφα με τοπικά υλικά όπως βαμβάκι, μαλλί και μετάξι. Τα βαμβακερά γινόντουσαν από βαμβάκι που παραγόταν σε ολόκληρη την Κύπρο. Το Κυπριακό βαμβάκι ήταν μονοετές και φυτευόταν τον Μάιο και τελείωνε τον Σεπτέμβριο.
Από το βαμβάκι στο υφαντό.
Αφού ωρίμαζε το βαμβάκι, άνοιγαν τα καρύδια του και φαίνονταν το ολόασπρο βαμβάκι άρχιζε το μάζεμα του. Μετά έπρεπε να ξεκοκκιστεί. Το περνούσαν από το ανεμοούλαπο ή άππαρο γιατί η γυναίκα που το χειριζόταν καβαλούσε πάνω σε αυτό. Ήταν ποδοκίνητο. Περνούσε όλο το βαμβάκι από αυτό το εργαλείο και αφαιρείτο ο βαμβακόσπορος. Το ξεκοκισμένο βαμβάκι έπρεπε να τοξευτεί με το τοξάρι. Το Τοξάρι είναι ένα ξύλινο εργαλείο
που έχει κύρτωμα σαν το τόξο. Στο ανοικτό του μέρος στερεωνόταν μια χορδή
κατασκευασμένη από έντερο του αρνιού. Έβαζαν το βαμβάκι σε ένα σεντόνι και το τοξάρι να εφάπτεται της επιφάνειας του.
Κτυπούσαν την χορδή με την λαουτιά (ειδικό ξύλινο εργαλείο). Η χορδή παλλόταν και έπαιρνε το βαμβάκι της επιφάνειας και το έκανε αφράτο. Ξεχώριζαν το αφρατοποιημένο βαμβάκι και συνέχιζαν πιο κάτω. Το αφρατοποιημένο βαμβάκι το έκαναν τουλούπι. (σε σχήμα μπάλας) Ένα μικρό κομμάτι από το τουλούπι λεγόταν κολλαϊν (η αρχή της κλωστής). Έπαιρναν ένα κολλάϊν και με το αδράκτι (ρόκα) το έκαναν κλωστή. Από το αδράκτι μεταφερόταν στον απίλικτον και από εκεί μεταφερόταν, το νήμα, στην ανέμη. Από την ανέμη μέσω του δουλαπιού περνούσε σε μεγάλα καλαμένια μασούρια. Από τα μασούρια, με μια άλλη διαδικασία, ξετυλιγόταν το νήμα και γινόταν μια μακριά δέσμη με μερικές εκατοντάδες κλωστές. Μετά αυτή η δέσμη με την βοήθεια του κτενιού (ειδικού εργαλείου) γινόταν το τύλιγμα στο αντί της βούφας.
Ακολούθως η υφάντρα άρχιζε την κατασκευή του περίφημου φοιδκιώτικου πλουμιστού. |